Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Και συνεχίζει να περνάει ο Αύγουστος έτσι

~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~

Και συνεχίζει να περνάει ο Αύγουστος έτσι, με εμένα άπραγο.
Με εμένα σε μια οθόνη, να αναρωτιέμαι τι κάνω και αυτό το βράδυ εδώ.
Να αναρωτιέμαι τι κάνω λάθος.
Να προσπαθώ να βρω ένα παράθυρο, μια έξοδο.
Να στέκομαι σαν φάντασμα δίπλα σε ανθρώπους πιο ψυχρούς από εμένα.
Να στέκομαι χωρίς να λέω τίποτα.

Και συνεχίζει να περνάει ο Αύγουστος έτσι, δίχως παρέα.
Δίχως φλερτ, δίχως έρωτα.
Δίχως εσένα στην αγκαλιά μου να μου θυμίσεις για τι ζω.
Δίχως τον εαυτό μου να με ξυπνήσει από το κακό αυτό όνειρο.
Δίχως πολύ σκέψη και όρεξη, σα να είμαι κινητό που αποφορτίστηκε.
Δίχως στιγμές.

Και συνεχίζει να περνάει ο Αύγουστος έτσι, χωρίς να νιώσεις.
Με εμένα στο μπαλκόνι, να πιστεύω ότι ίσως είναι ψέμα.
Ή ότι ίσως είναι τιμωρία ενός άλλου που πήρε λάθος κατεύθυνση.
Ή ότι εγώ φταίω γιατί δε προσπάθησα όσο έπρεπε.
Ή ότι φταίνε οι άλλοι που δεν ξέρουν τι νιώθω.
Ή ότι έτσι ήταν, έτσι είναι κι έτσι θα ναι.

Και συνεχίζει να περνάει ο Αύγουστος έτσι,
με μια ψεύτικη ελπίδα κάθε βράδυ ότι όλα θα αλλάξουν.
Ότι όλα θα πάρουν το δρόμο τους. 
Αυτό το δρόμο που ζω στα όνειρά μου κάθε φορά που κοιμάμαι όρθιος.
Με εμένα πιο ανυπόμονο από ποτέ.
Με εμένα όλο και πιο μπερδεμένο.

Και συνεχίζει να περνάει ο Αύγουστος έτσι...

~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~





Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Γιασεμί



Ήταν καλοκαίρι.
Κάθε μέρα ξύπναγε, έπινε τον καφέ του και έτρωγε το πρωινό του μετά τη γυμναστική.
Η θάλασσα ήταν δίπλα του κι έτσι πήγαινε συνέχεια για μπάνιο.
Κάθε φορά το ίδιο άρωμα από γιασεμί ερέθιζε τη μύτη του όταν κόντευε στην παραλία.
Κάθε φορά που γύριζε γινόταν εντονότερο.

Του θύμιζε βόλτες στην πλάκα και φιλιά δίπλα στο γιασεμί.
Του θύμιζε την καφετέρια που γνωρίστηκαν.
Του θύμιζε το άρωμα που μύριζε μετά από κάθε φορά που κάνανε σεξ και πίνανε παρέα μια κούπα ζεστό καφέ.
Του θύμιζε εκείνα τα μάτια που δεν ήθελε να ξεχάσει ποτέ.

Κάθε βράδυ το μυαλό του έκανε σκέψεις.
Όχι κάτι αφύσικο. Όχι κάτι μακρινό. Όχι κάτι τεράστιο.
Απλά ήθελε να ζήσει ξανά κομμάτια τέτοια.
Έτσι, κάθε φορά που η μυρωδιά από το γιασεμί έσπαγε τη μύτη του, εκείνος μελαγχολούσε.
Ήξερε ότι αυτό που είχε ήταν τόσο μοναδικό όσο αυτή η μυρωδιά.
Φοβόταν πως δε θα ξανά νιώσει ποτέ του έτσι.


~.~.~.~.~.~.~.~.~.~.~